ποιος σε κάλεσε
εδώ.
Τσόντα στο καουμπόικο
να πασπαλίσεις πικρία
στις χαρούμενες αναμνήσεις.
Στης νοσταλγίας
το ταξίδι να βάλεις φρένο.
Χειρόφρενο
και μια πέτρα από κάτω.
Για να μην κυλίσω
πίσω.
Να μαρινάρω στις στιγμές
κολλημένη βελόνα.
Μια μέρα θα βρεθούμε σ' ένα δωμάτιο
με χαμηλό φως
Θα μας κρατάει παρέα κρασί ή τσίπουρο
δικό μας
Και θα πούμε κουβέντες
Κουβέντες
γεμάτες μ' αυτά που μας πόνεσαν
μ' αυτά που μας έκαναν να γελάμε
Χωρίς τύψεις και μετάνοιες
με απλή αποδοχή
Θα θυμηθούμε
αυτά που μας έκαναν όπως είμαστε.
Είδα τη βροχή να 'ρχεται.
Ακούμπησα τους αγκώνες μου στα κάγκελα
Και περιμένω να φτάσει.
Πάντα μ' άρεσε να παρατηρώ τους ανθρώπους.
Νομίζω πως είναι μια συνήθεια που απέκτησα τυχαία,
περιμένοντας μόνος, γιατί φτάνω νωρίς.
Από τους περισσότερους μαθαίνεις.
Μαθαίνεις πολλά.
Αλλά οι αγαπημένοι μου είναι εκείνοι που με κάνουν να χαμογελάω.
Αυτοί που περπατάνε στο δρόμο
και σκέφτονται για μια στιγμή τον άλλον
ή θυμούνται κάτι που τους είπε.
Και χαμογελάνε.
Ψηλώνουν.
Κι ένα ασυνείδητο χοροπηδηχτό μπαίνει στο βήμα τους.